Από τους εκσκαφείς του λιγνίτη στα data centers και την τεχνητή νοημοσύνη. Η αντιπαράθεση που ξέσπασε στη Δυτική Μακεδονία με αφορμή την κατεδάφιση παλιού εξοπλισμού στα ορυχεία της Πτολεμαΐδας φέρνει ξανά στο προσκήνιο το μεγαλύτερο στοίχημα της μεταλιγνιτικής εποχής: πώς θα μετασχηματιστεί η περιοχή που για δεκαετίες αποτέλεσε την «καρδιά» της ηλεκτροπαραγωγής της χώρας.
Με αφορμή τις εργασίες για την αποκατάσταση εδαφών και την απόσυρση παροπλισμένων εκσκαφέων στο ορυχείο της Μαυροπηγής, σε ενημέρωσή της, η ΔΕΗ επισημαίνει ότι η συνέχιση της λιγνιτικής παραγωγής δεν αποτελεί πλέον βιώσιμη οικονομική επιλογή, επικαλούμενη κυρίως το υψηλό κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Σύμφωνα με τη ΔΕΗ, το κόστος των ρύπων για τις λιγνιτικές μονάδες μπορεί να κυμαίνεται από 92ευρώ ανά MWh (περίπτωση Πτολεμαΐδας V ) και μπορεί να φτάσει έως τα 160ευρώ ανά MWh (για τις παλαιότερες μονάδες), επίπεδα που σε πολλές περιπτώσεις υπερβαίνουν τη μέση τιμή της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία κινείται τους τελευταίους μήνες στα επίπεδα των 90 ευρώ.
Η επιχείρηση υποστηρίζει επίσης ότι οι σύγχρονες ανάγκες του ηλεκτρικού συστήματος απαιτούν μεγαλύτερη ευελιξία, την οποία δεν μπορούν να προσφέρουν οι παραδοσιακές λιγνιτικές μονάδες βάσης. Στο πλαίσιο αυτό, προβάλλει το επενδυτικό της πρόγραμμα σε έργα αποθήκευσης ενέργειας, συστήματα μπαταριών και αντλησιοταμίευσης, καθώς και τις νέες υποδομές φυσικού αερίου που λειτουργούν συμπληρωματικά προς τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Η απάντηση για τους εκσκαφείς
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην απόφαση ελεγχόμενης κατεδάφισης τριών παλαιών εκσκαφέων στα κλειστά ορυχεία της Πτολεμαΐδας, η οποία προκάλεσε αντιδράσεις σε τοπικό επίπεδο.
Η ΔΕΗ υποστηρίζει ότι πρόκειται για εξοπλισμό ηλικίας άνω των 50 ετών, ο οποίος είχε τεθεί οριστικά εκτός λειτουργίας και παρουσίαζε εκτεταμένη δομική φθορά. Όπως σημειώνει, η λύση της ελεγχόμενης ανατίναξης επιλέχθηκε για λόγους ασφάλειας, καθώς η αποσυναρμολόγηση των κατασκευών θα απαιτούσε εργασίες σε μεγάλο ύψος πάνω σε φθαρμένες μεταλλικές υποδομές.
Παράλληλα, διευκρινίζει ότι η απόσυρση των συγκεκριμένων μηχανημάτων δεν επηρεάζει τη σημερινή δυνατότητα εξόρυξης λιγνίτη, ενώ υπογραμμίζει πως τα υλικά των εκσκαφέων θα ανακυκλωθούν στο σύνολό τους στο πλαίσιο των αρχών της κυκλικής οικονομίας.
Σε μια προσπάθεια να απαντήσει και στις αιτιάσεις περί απώλειας της βιομηχανικής κληρονομιάς της περιοχής, η εταιρεία επαναφέρει το σχέδιο δημιουργίας Μουσείου Βιομηχανικής Κληρονομιάς στη Δυτική Μακεδονία, όπου θα διατηρηθούν ιστορικές εγκαταστάσεις και αντιπροσωπευτικός εξοπλισμός της λιγνιτικής περιόδου.
Επενδύσεις 5,75 δισ. ευρώ στη μεταλιγνιτική εποχή
Η ΔΕΗ συνδέει άμεσα την απολιγνιτοποίηση με ένα ευρύτερο πρόγραμμα επενδύσεων ύψους 5,75 δισ. ευρώ, το οποίο προβλέπει τη μετατροπή της Δυτικής Μακεδονίας σε κόμβο καθαρής ενέργειας και τεχνολογίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, έχουν ήδη αποκατασταθεί περισσότερα από 80.000 στρέμματα πρώην λιγνιτωρυχείων, ενώ περίπου 55.000 στρέμματα πρόκειται να αποδοθούν στο Ελληνικό Δημόσιο μέσω της ΜΕΤΑΒΑΣΗ Α.Ε. για νέες παραγωγικές χρήσεις.
Παράλληλα προχωρά η ανάπτυξη φωτοβολταϊκών έργων συνολικής ισχύος 2,13 GW, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη ο σχεδιασμός για τη μετατροπή της μονάδας Πτολεμαΐδα V σε μονάδα φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου, με ορίζοντα λειτουργίας από το 2028 και μετά. Στο επενδυτικό πλάνο περιλαμβάνονται επίσης νέα έργα τηλεθέρμανσης, αποθήκευσης ενέργειας και παραγωγής πράσινου υδρογόνου.
Το Mega Data Center και το νέο παραγωγικό μοντέλο
Στο επίκεντρο της νέας στρατηγικής βρίσκεται το σχέδιο ανάπτυξης Mega Data Center στον χώρο του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Η πρώτη φάση του έργου προβλέπει εγκατάσταση ισχύος 300 MW, με δυνατότητα επέκτασης έως το 1 GW, εφόσον υπάρξουν συμφωνίες με διεθνείς hyperscalers.
Η ΔΕΗ εκτιμά ότι η επένδυση θα δημιουργήσει χιλιάδες θέσεις εργασίας κατά την κατασκευή και λειτουργία της, ενώ φιλοδοξεί να προσελκύσει μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας και να δημιουργήσει ένα νέο οικοσύστημα ψηφιακής οικονομίας στη Δυτική Μακεδονία.
Απαντώντας στις ανησυχίες που έχουν διατυπωθεί για τις ανάγκες νερού των data centers, η εταιρεία υποστηρίζει ότι η ετήσια κατανάλωση του έργου δεν θα ξεπερνά τα 400.000 κυβικά μέτρα, ποσότητα που αντιστοιχεί μόλις στο 0,6% της κατανάλωσης που απαιτούσε στο παρελθόν η λιγνιτική δραστηριότητα στην περιοχή.
Με την επένδυση αυτή, η ΔΕΗ επιχειρεί να παρουσιάσει τη μετάβαση της Δυτικής Μακεδονίας από το μοντέλο της μονοκαλλιέργειας του λιγνίτη σε ένα νέο παραγωγικό πρότυπο που θα βασίζεται στην καθαρή ενέργεια, τις ψηφιακές υποδομές και τις εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.






























